Κόρινθος 481 π.Χ.

Οι Έλληνες το φθινόπωρο του 481 π.Χ.( Ο Μιλτιάδης είχε χάσει τη θέση του ως επικεφαλής πολιτικός της Αθήνας, τη περιουσία του και τέλος τη ζωή του) συγκάλεσαν πανελλήνιο συμβούλιο (Εθνοσυνέλευση) στο ναό του Ποσειδώνα στη Κόρινθο προκειμένου να αναχαιτίσουν τους Πέρσες. Αλλά:Διαφορετικές απόψεις είχανε σχηματιστεί μέχρι να οδηγηθούν οι Έλληνες στο συνέδριο, εσωτερικές διχόνοιες οι οποίες μετά την ήτα των Περσών οδήγησαν στους Πελοποννησιακούς Πολέμους ( εσωτερικές διχόνοιες).

Β’ Εθνοσυνέλευσης στο Αστρος Κυνουρίας 1823 μΧ.

Η Ελληνική Επανάσταση διήνυε ήδη το πέμπτο έτος της και η Πελοπόννησος ελεγχόταν πλέον από ελληνικές δυνάμεις πλην των φρουρίων της Πάτρας, της Μεθώνης και της Κορώνης. Οι πολεμικές επιχειρήσεις ωστόσο επισκιάζονταν από τις εσωτερικές διχόνοιες των Ελλήνων. Ηδη από τις αρχές του 1823, στο πλαίσιο της Β’ Εθνοσυνέλευσης στο Αστρος Κυνουρίας, είχαν παρατηρηθεί έντονες διαφωνίες και σκληρός ανταγωνισμός ανάμεσα στην «παράταξη» των στρατιωτικών και στη μερίδα των πολιτικών. Κόκκινο πανί για την πολιτική παράταξη αποτελούσαν στη μεν Στερεά Ελλάδα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, στη δε Πελοπόννησο ο γέρος του Μοριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Μετά το πέρας της Συνέλευσης το χάσμα ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές έμοιαζε αγεφύρωτο και ο πρώτος εμφύλιος (φθινόπωρο 1823 – καλοκαίρι 1824) ήταν προ των πυλών.

Ο Παπαφλέσσας όπως και ο Λεωνίδας συμμετείχε στην Εθνοσυνέλευση.

Όταν το 1825, ο αλβανικής καταγωγής Αιγύπτιος πολέμαρχος Ιμπραήμ καταλάμβανε ακάθεκτος την Πελοπόννησο (ως σύμμαχος των Τούρκων, με αντάλλαγμα την διοίκηση της Κρήτης, της Κύπρου και της Πελοποννήσου) κι απειλούσε με καταστροφή τον ελληνικό αγώνα, το περιβόητο Εκτελεστικό, με πρόεδρο το Γ. Κουντουριώτη και γραμματέα τον Μαυροκορδάτο, άρχισε να συζητά πως ο μόνος τρόπος για ν’ αντιμετωπιστεί ο Ιμπραήμ ήταν να σχηματιστεί, με τα χρήματα του δεύτερου δανείου των δυο εκατομμυρίων λιρών, μισθωτός στρατός στην Αμερική που θα ερχόταν να πολεμήσει στην Ελλάδα! Λες και ο Ιμπραήμ θα περίμενε να φτιαχτεί πριν ο στρατός, να μεταφερθεί, με ιστιοφόρο τότε, από τα πέρατα του κόσμου στον τόπο μας κι έπειτα να μας πολεμήσει. Η εξωφρενική αυτή πρόταση βρίσκει, σωστά, τούτη δω την κριτική του Κόκκινου:

«Το πράγμα φανερώνει μέχρι ποίου σημείου δεν αντελαμβάνοντο την φοβερά πραγματικότητα οι αποκλείοντες την ληψιν σοβαρών στρατιωτικών μέτρων εντός αυτής της Πελοποννήσου δια της χρησιμοποιήσεως των εις την φυλακην ή υπό καταδίωξιν Πελοποννησίων αρχηγών, διότι αυτοί ήσαν οι συζητουντες την μετάκλησιν ξένου στρατού, ανυπάρκτου ακόμη, προς αντιμετώπισιν του Ιμβραήμ».

Ο Παπαφλέσσας, ως υπουργός Εσωτερικών, πρότεινε να δοθεί αμνηστία, να απελευθερωθούν όλοι οι κρατούμενοι οι στρατιωτικοί ηγέτες (ο Κολοκοτρώνης είχε χάσει τη θέση του ως επικεφαλής πολιτικός ,αγωνιστής και αργότερα τη ζωή του, όπως και ο Μιλτιάδης πριν την μάχη των Θερμοπυλών) που ήταν αντίθετοι με την κυβέρνηση Κουντουριώτη και ενωμένος ο λαός να αντιμετωπίσει τον εισβολέα. Οι καρέκλες, όμως, μετρούσαν περισσότερο από τον κίνδυνο. Η πρότασή του απορρίφθηκε. Μάνιασε. Ανέβηκε στο βήμα της Βουλής κι ανήγγειλε ότι θα μαζέψει 10.000 οπλοφόρους, θα αφήσει το Ναύπλιο και θα κατευθυνθεί προς την Τριπολιτσά και εν συνεχεία προς τη Μεσσηνία με σκοπό να αναμετρηθεί με τη στρατιά του Ιμπραήμ, η οποία ήταν εκπαιδευμένη από Γάλλους αξιωματικούς που είχαν πλούσια στρατιωτική εμπειρία από τους ναπολεόντειους πολέμους. Κι όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, ή θα πεθάνει ή θα νικήσει. Αν όμως, τα κατάφερνε, υποσχέθηκε να γυρίσει με τον στρατό του και να απελευθερώσει ο ίδιος τους φυλακισμένους. Ο Παπαφλέσσας έδειξε όλο του το μεγαλείο κι εγκαταλείποντας τα αξιώματα, ανέλαβε ο ίδιος ν’ ανακόψει την προέλαση του Ιμπραήμ, μεταβαίνοντας στο Μανιάκι, στις 16 Μαΐου 1825. Η πράξη του αυτή ήρθε σαν επιστέγασμα της όλης μεγάλης προσφοράς του στον Αγώνα.

Στην πρόσκλησή του Παπαφλέσσα ανταποκρίθηκαν σχεδόν 700 πολεμιστές, με τους οποίους κατευθύνθηκε στο σημείο Λεοντάρι, όπου και ενώθηκαν με τον ανιψιό του Παπαφλέσσα Δημήτρη Φλέσσα και τα περίπου 150 «τουφέκια» του. Ακολούθησαν οι οπλαρχηγοί Αναστάσης Κουμουνδούρος, Χρήστος Πατρινέλλης, Αδαμάκης Αποστολόπουλος, Παναγιώτης Μπούρας και Αναστάσης Κουλοχέρας με τα «ασκέρια» τους. Οταν η στρατιά προχώρησε στους Λάκκους, στο δυναμικό της προστέθηκαν ο Γιώργος Μπούτος και ο πολέμαρχος Καρακίτσος με τους άνδρες τους. Αργότερα ο Παπαφλέσσας πληροφορήθηκε ότι ο Πλαπούτας σκόπευε να προστρέξει σε βοήθειά του με περίπου 1.600 πολεμιστές του, ενώ και οι αρκάδες οπλαρχηγοί τού διεμήνυαν ότι θα έσπευδαν προς ενίσχυση της ελληνικής στρατιάς με τουλάχιστον 2.000 «τουφέκια».

Η μάχη στο Μανιάκι Η «Λεωνίδειος μάχη»

Αφού συγκέντρωσε δύναμη περίπου 2.000 ελλήνων αγωνιστών (1.500 ή μόλις 1.200 κατ’ άλλους) από την Αρκαδία, τη Μεσσηνία και τη Μάνη, ο Παπαφλέσσας πορεύθηκε προς την περιοχή της Πυλίας και συγκεκριμένα κοντά στο χωριό Μανιάκι, που βρισκόταν βορειοανατολικά της Πύλου, σε υψόμετρο 580 μ. Εκεί οχυρώθηκε στις 16 Μαΐου και έστησε τρία πρόχειρα προχώματα (ταμπούρια) σε θέση που επέτρεπε την εποπτεία της γύρω περιοχής από ψηλά. Στο ένα πρόχωμα επικεφαλής τοποθετήθηκε ο ανιψιός του, ο Δημήτριος Φλέσσας, με τους Μεσσηνίους, το άλλο ανέλαβαν να προστατεύσουν ο Βοϊδής Μαυρομιχάλης και οι μανιάτες οπλαρχηγοί και τέλος στο τρίτο, το βόρειο, το πιο επικίνδυνο και εκτεθειμένο, έμεινε ο ίδιος με μερικά από τα παλικάρια του.

Ξημέρωνε 20ή Μαΐου 1825. Ο αιγυπτιακός στρατός πλησίαζε από τον κάμπο. «Είχεν μαυρίσει ο κάμπος από τον πολύν στρατόν» σημειώνει χαρακτηριστικά ο Φωτάκος. Στη θέα του πολυάριθμου αιγυπτιακού πεζικού και ιππικού – περί τους 6.000 άνδρες συνολικά (άλλοι μιλούν για 2.500-3.000 Αιγυπτίους) – που πλησίαζε ορμώμενο από την καταληφθείσα πόλη της Πύλου πολλοί ήταν οι Ελληνες που δείλιασαν και εξέφρασαν την άποψη ότι το σημείο δεν ήταν κατάλληλο για άμυνα, πόσο μάλλον για αναμέτρηση των άνισων αριθμητικά στρατών, με συνέπεια τη γενικευμένη λιποταξία. Περισσότεροι από 1.000 Ελληνες εγκατέλειψαν το μέτωπο.

Ο Παπαφλέσσας, εμμένοντας στην άποψή του ότι η μάχη έπρεπε πάση θυσία να δοθεί στο Μανιάκι, απέμεινε να το υπερασπιστεί με μόνο 600 ή 500 ή κατ’ άλλες ιστορικές πηγές 300 πιστούς συντρόφους, κυκλωμένος από τουλάχιστον 3.000 αιγυπτίους πεζούς και ιππείς. Με μοναδικά του όπλα ένα γιαταγάνι που του είχε χαρίσει ο βοεβόδας της Καλαμάτας Αρναούτογλου και ένα στολισμένο με φίλντισι καριοφίλι που έγραφαν το όνομά του ο Παπαφλέσσας ήταν αποφασισμένος να εμποδίσει με τη θυσία του την προέλαση της αιγυπτιακής στρατιάς, την οποία οδηγούσε ο γάλλος εξωμότης συνταγματάρχης Ντε Σεβ Σουλεϊμάν μπέης μαζί με τον ίδιο τον Ιμπραήμ πασά.

Εβδομάδες μετά τη μάχη στο Μανιάκι κυκλοφόρησε στο Παρίσι λιθογραφία με φανταστική σύνθεση που απεικονίζει την κορύφωση της σύγκρουσης, στην οποία αναγράφεται η φράση: «Η εν Μανιακίω της Πυλίας μάχη, καθ’ ην ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας, ηρωικώς μαχόμενος, έπεσε ως νέος Λεωνίδας».

Η θυσία του Παπαφλέσσα

Η Ρούμελη είχε το «νέο Λεωνίδα της», τον Αθανάσιο Διάκο, που κάτω από παρόμοιες συνθήκες δεν πισωδρόμησε στην Αλαμάνα. Τώρα, στο πρόσωπο τούτον Παπαφλέσσα, θ’ αποχτούσε στο Μανιάκι κι ο Μοριάς τον Λεωνίδα του.Χαρακτηριστικά, κατά την διάρκεια της μάχης, μερικοί από τούς καπεταναίους «ιδόντες τον προφανή κίνδυνον» παρακινούσαν τον ανεψιό του Δημήτρη να του πει να κάνουνε γιουρούσι και διασπώντας τις γραμμές της εχθρικής καβαλαρίας να γλιτώσουν όσοι τούς ευνοήσει ή τύχη. «Κανείς», όμως, «δεν ετόλμα να του εκστόμιση τοιούτον τι κατά πρόσωπον».Τον σιμώνουν τέλος ο Κεφάλας κι ο παπα-Γιώργης(και στην μάχη των Θερμοπυλών υπήρχε «κληρικός», ο μάντης Μεγιστίας), γνωστοί και οι δύο για την παλικαριά τους, και του λένε, από μέρος όλων των καπεταναίων, πως αυτή στεκόταν ή τελευταία τους ευκαιρία να σωθούν. Τότε ο Παπαφλέσσας αποκρίνεται στον Κεφάλα:

– Έχασα τις ελπίδες που στήριζα πάνω σου. Και μαζί μ’ αυτές και την υπόληψη που είχα για σένα.

Έπειτα γυρνά, πιάνει τον παπα-Γιώργη από τα γένια και τραβώντας τα του λέει:

– Μου τα ντρόπιασες, παπα-Γιώργη!

Σταματά μια στιγμή και ύστερα του ξαναλέγει:

– Που να πάμε να φύγουμε; Έχουμε τακτικό στράτευμα όπου, όταν θα βγει από τα ταμπούρια, θ’ αποτραβηχτεί με τάξη πολεμώντας; Δεν ξέρεις τάχα πως οι άτακτοι άμα βγουν από τα ταμπούρια σκορπίζουν κι ο καθένας παίρνει δικό του δρόμο; Τότε πέντε καβαλαραίοι του Ιμπραήμ θα μας σφάξουν όλους. Και θ’ ακολουθήσει μεγάλο κακό για το έθνος όπως θα ψυχωθούν οι εχθροί και θα δειλιάσουν οι δικοί μας. Τι φοβάσαι, Παπαγιώργη; Εσύ ξέρεις τα γράμματα που έγραψα και πήρα. Σε ρωτώ, έχεις αμφιβολίες πως μέσα σε δύο ώρες πέντε χιλιάδες δικοί μας δε θα χτυπάνε απέξω τον Ιμπραήμ; Ακόμα κι άλλοι να μην έρθουν ο Πλαπούτας δε θα λείψει. Είμαι βέβαιος πως θα νικήσουμε.
Aν όμως, ο μη γένοιτο, νικηθούμε, θ’ αδυνατίσουμε τη δύναμη του εχθρού και ή ιστορία θα ονομάσει τούτον τον πόλεμο Λεωνίδειον μάχην, παπα-Γιώργη!

Υστερα από αλλεπάλληλες βολές του αιγυπτιακού πυροβολικού και από σειρά εφόδων του ιππικού το πρώτο οχύρωμα που έπεσε ήταν αυτό του Παπαφλέσσα και στη συνέχεια αυτό του Βοϊδή. Ακολούθησε δραματική μάχη σώμα με σώμα. Αφού προξένησαν τη μέγιστη δυνατή φθορά στα στίφη των Αιγυπτίων – περισσότεροι από 600 Αιγύπτιοι νεκροί – τα ελληνικά τυφέκια σίγησαν μέχρις ενός. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Γιαννάκης Παπάς, γιος του μακεδόνα αγωνιστή της Επανάστασης Εμμανουήλ Παπά. Μετά το πέρας της μάχης ο Ιμπραήμ ζήτησε επίμονα να μεταφέρουν ενώπιόν του τον νεκρό Παπαφλέσσα. Οταν οι στρατιώτες τού έφεραν το ακέφαλο πτώμα του πελοποννήσιου οπλαρχηγού, διέταξε να τον στήσουν όρθιο πάνω σε ένα δέντρο. Μετά τον θάνατο όλων των Ελλήνων στην μάχη των Θερμοπυλών ο Ξέρξης διατάζει να βρεθεί το σώμα του Λεωνίδα, διατάζει να αποκεφαλιστεί, και να στηθεί όρθιο.

ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ

Είναι γνωστό το σπαρτιάτικο ταν ή επί τας αλλά και ο Παπαφλέσσας χαρακτηριστικά λέγεται ότι δήλωνε πως είτε θα επέστρεφε νικητής είτε θα έπεφτε στο πεδίο της μάχης.

Τι να πει κανείς…

Διχόνοιες: Κολοκοτρώνης, Παπαφλέσσας, Αριστείδης ,Θεμιστοκλής

Ας μη ξεχνάμε ότι και πριν τις Θερμοπύλες ο Αριστείδης συμφιλιώνεται με τον Θεμιστοκλή. Λίγο αργότερα ο Αριστείδης υποβοήθησε τον αφανισμό του Θεμιστοκλέους…

Το γεύμα με τον Πλούτωνα

Στο Μανιάκι:Ηταν ένας τολμηρός Αμερικανός φιλέλληνας που ονομαζόταν Χάου ,ο οποίος ειχε την περιέργεια αλλά και το θάρρος ,να βρεί ποιος ήταν ο επικεφαλής των Ελλήνων σε αυτό το απονενοημένο διάβημα αναμέτρησης με τα στρατεύματα του Ιμπραήμ . Ο Χάου γράφουν οι ιστορικοί έμεινε κατάπληκτος όταν τον έφεραν μπροστά στον Παπαφλέσσα.

Τον είχε γνωρίσει σαν Υπουργό των Εσωτερικών στο Ανάπλι,με πολυτελή εμφάνιση,σε ένα άνετο σπίτι.Τώρα τον έβλεπε μπροστά του άγρυπνο,καθισμένο σε ένα βράχο ,ζωσμένο με πιστόλια και γιαταγάνι,αγνώριστο ,μεταμορφωμένο,έτοιμο για την μεγάλη θυσία.

Ο Παπαφλέσσας τον δέχτηκε εγκάρδια του πρόσφερε ψητό κρέας,ψωμί χωριάτικο και λίγο τυρί ,τσούγκρισε μαζί του το ποτήρι με το κρασί και σε μια στιγμή του είπε << Αύριο τέτοια ώρα θα τρώμε με τον Πλούτωνα >>. Ακριβώς η ίδια φράση όπως ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες.

Και εάν δεν κάνω λάθος, ο Λεωνίδας και ο Παπαφλέσσας ήταν και οι δυο Αρκάδες…

Πηγές:

Δημοτικό Τραγούδι για τη Λεωνίδειο μάχη της 20-5-1825, τον Παπαφλέσσα και τους υπέρ τριακοσίους που έπεσαν μέχρις ενός αντιστεκόμενοι στους 30.000 βαρβάρους τουρκοαιγυπτίους του Ιμπραήμ πασά.

http://papaflessas.informe.com/blog/

Το Βήμα

http://www.paredose.net/blog/

Διαβάστε την υπέροχη ανάρτηση Παπαφλέσσας (1788-1825) – Ο Λεωνίδας της Επανάστασης του 1821

http://www.nileasoliveoil.gr/history-gr/history-gr/maniaki.html?page=2

Advertisements