1922 – 2005

Ο «σερ» του ελληνικού πενταγράμμου, όπως χαρακτηρίστηκε, γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1922 στο Περιστέρι. Πρωτότοκος ήταν ο Χρήστος και ακολουθούσαν η Κοντιλιώ, ο Γιώργος, ο Κώστας και τελευταίος ο Γρηγόρης. Φτωχή οικογένεια, πάλευαν να τα βγάλουν πέρα. Μέσα στη θύελλα του ’40 τα αδέλφια του έφυγαν για το Μέτωπο, στην Αλβανία.

Εκείνος έκανε τα πρώτα του βήματα σ’ ένα ταβερνάκι της γειτονιάς του, τραγουδώντας με μία κιθάρα, ευρωπαϊκά. Όλα άλλαξαν, όταν μια κρύα νύχτα του χειμώνα του 1937 πήγε ν’ ακούσει τρεις μουσικούς που έπαιζαν με τα μπουζούκια τους σ’ ένα κουτούκι. Ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μανώλης Χιώτης και ο Στράτος Παγιουμτζής. Ο μικρός Γρηγόρης ενθουσιάστηκε κι από τότε ασπάστηκε το ρεμπέτικο και το λαϊκό.

Το 1947 εκτοπίστηκε μαζί με εκατοντάδες άλλους Έλληνες στη Μακρόνησο, όπου τα βράδια έπαιζε στη Λέσχη Αξιωματικών. Εκεί έγραψε τα πρώτα του τραγούδια και γνωρίστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη. Μετά την απελευθέρωσή του, δημιούργησε το δικό του συγκρότημα και το 1949 μπήκε στη δισκογραφία ως συνθέτης. Τίτλος του πρώτου του δίσκου το «Καντήλι τρεμοσβήνει», σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Στο τραγούδι, ο ίδιος ο Μπιθικώτσης, μαζί με τον Βαμβακάρη.

Από τα πρώτα του βήματα στο τραγούδι είχε το δικό του τρόπο ερμηνείας,.Πρώτη φορά ως τραγουδιστής ερμήνευσε το «Τρελλοκόριτσο» το 1952 (για την ιστορία, τους στίχους του τραγουδιού έγραψε ο, συνεργάτης του Γρηγόρη, Γιάννης Παπαδόπουλος, για χατήρι μάλιστα της … Πόλυς Πάνου !) συνεργάσθηκε με τους σπουδαιότερους συνθέτες -Θεοδωράκη («Της δικαιοσύνης», «Ένα το χελιδόνι», «Στο περιγιάλι το κρυφό», «Βράχο – βράχο», «Γωνιά – γωνιά»), Χατζιδάκι («Ειμ’ αϊτός χωρίς φτερά», «Πάει ο καιρός», «Στο Λαύριο γίνεται χορός», «Μίλησέ μου»), Τσιτσάνη κ.α.- έγραψε ο ίδιος τραγούδια που έγιναν επιτυχίες («Επίσημη Αγαπημένη», «Το μεσημέρι καίει το μέτωπό μου», «Μία γυναίκα φεύγει», «Αμφιβολίες» κ.α.), εμφανίσθηκε στα κοσμικότερα κέντρα των Αθηνών κι ένιωσε τη χαρά της ανακάλυψης νέων, πολλά υποσχόμενων φωνών, ανάμεσά τους η Βίκυ Μοσχολιού και η Πόλυ Πάνου.

Η «δωρική» φωνή του αγκάλιασε τη μεταπολεμική Ελλάδα, έδωσε το δικό της βάρος και τη δική της λαϊκότητα στα μεγάλα έργα του Θεοδωράκη, που έγινε ο πιο αποτελεσματικός καταλύτης στο να φτάσουν οι στίχοι του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Λειβαδίτη, του Χριστοδούλου, στις πιο απόμερες γωνιές της Ελλάδας.

Η «ξύλινη» φωνή του, «δωρική» την είπαν άλλοι, έφερε τα πάνω κάτω στο τραγούδι, δημιούργησε σχολή, κυρίως όμως έδωσε την αμεσότητα του λαϊκού στον ήχο του έντεχνου.

Η μεγάλη τομή στη σταδιοδρομία του συμβαίνει το 1959. Ο Μπιθικώτσης συναντιέται με τον Μίκη Θεοδωράκη και μαζί με τον κορυφαίο Μ. Χιώτη στο μπουζούκι ηχογραφούν τον ανυπέρβλητο «Επιτάφιο» σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου:

Το ηχόχρωμα της φωνής και η τραγικότητα της ερμηνείας του Μπιθικώτση έγινε ένα με το σπαραγμό της Μάνας που πενθεί το γιό της. Και είναι καταπληκτικό να σκεφτεί κάποιος ότι από τις τρεις διαφορετικές ερμηνείες του «Επιτάφιου», αυτών της Νάνας Μούσχουρη και της Μαίρης Λίντα (δυο γυναικών και μεγάλων τραγουδιστριών) επικράτησε η ερμηνεία του Μπιθικώτση!

Πέθανε στις 7 Απριλίου του 2005.

Πηγές;

http://www.sansimera.gr/biographies/103

http://markos-arthra.blogspot.com/2009/04/blog-post_13.html

Advertisements